|
Ἔνθα δὴ καὶ Ἀλεξάνδρῳ ξυντρίβεται τὸ δόρυ ἐν τῇ μάχῃ· |
Τότε λοιπόν το δόρυ του Αλεξάνδρου σπάει στη μάχη· |
|
ὁ δὲ ᾔτει δόρυ ἕτερον Ἀρέτην, ἀναβολέα τῶν βασιλικῶν· |
κι αυτός ζητούσε άλλο δόρυ από τον Αρέτη, που ήταν
ιπποκόμος του βασιλιά· |
|
τῷ δὲ καὶ αὐτῷ πονουμένῳ συντετριμμένον τὸ δόρυ ἦν, |
αλλά κι αυτού το δόρυ είχε σπάσει, ενώ αγωνιζόταν με κόπο |
|
ὁ δὲ τῷ ἡμίσει κεκλασμένου τοῦ δόρατος |
κι αυτός με το μισό σπασμένο του δόρατος |
|
οὐκ ἀφανῶς ἐμάχετο, καὶ τοῦτο δείξας Ἀλεξάνδρῳ |
μαχόταν φανερά, και αφού το έδειξε στον Αλέξανδρο |
|
ἄλλον αἰτεῖν ἐκέλευεν· |
τον παρακαλούσε να ζητήσει δόρυ από άλλον· |
|
Δημάρατος δέ, ἀνὴρ Κορίνθιος, τῶν ἀμφ’ αὐτόν ἑταίρων, |
Ο Δημάρατος ο Κορίνθιος, από τους εταίρους κοντά του, |
|
δίδωσιν αὐτῷ τὸ αὐτοῦ δόρυ. |
του δίνει το δόρυ του. |
|
Καί ὅς ἀναλαβών καὶ ἰδὼν Μιθριδάτην τὸν Δαρείου γαμβρὸν |
Κι αυτός, αφού το πήρε και είδε τον Μιθριδάτη τον γαμπρό
του Δαρείου |
|
πολὺ πρὸ τῶν ἄλλων προϊππεύοντα καὶ |
να προχωρεί έφιππος πολύ πιο μπροστά απ’ όλους τους άλλους |
|
ἑπάγοντα ἅμα οἷὥσπερ ἐμβολον τῶν ἱππέων |
και να οδηγεί μαζί του σφηνοειδώς τους ιππείς |
|
ἐξελαύνει καὶ αὐτὸς πρὸ τῶν ἄλλων, καὶ παίσας |
Ορμά κι ο ίδιος μπροστά, και αφού χτύπησε |
|
τὸν Μιθριδάτην ἐς τὸ πρόσωπον τῷ δόρατι καταβάλλει. |
τον Μιθριδάτη στο πρόσωπο με το δόρυ, τον σκοτώνει. |
|
Ἐν δὲ τούτῳ Ῥοισάκης μὲν ἐπελαύνει τῷ Ἀλεξάνδρῳ |
Την ίδια στιγμή ο Ροισάκης ορμά στον Αλέξανδρο |
|
καὶ παίει Ἀλεξάνδρου τὴν κεφαλὴν τῇ κοπίδι· |
και χτυπά το κεφάλι του Αλέξανδρου με το σπαθί· |
|
καὶ τοῦ μὲν κράνους τι ἀπέθραυσε, |
κι απ’ το κράνος έσπασε κάποιο τμήμα, |
|
τὴν πληγήν δὲ ἔσχε τὸ κράνος. |
το χτύπημα όμως το απορρόφησε το κράνος. |
|
Καὶ καταβάλλει καὶ τοῦτον Ἀλέξανδρος |
Και τον σκοτώνει κι αυτόν ο Αλέξανδρος |
|
παίσας τῷ ξυστῷ διὰ τοῦ θώρακος ἐς τὸ στέρνον. |
αφού τον χτύπησε με το δόρυ στο στήθος, διαπερνώντας τον
θώρακα. |
|
Σπιθριδάτης δὲ ἀνετέτατο μὲν ἤδη τὴν κοπίδα |
Ο Σπιθριδάτης όμως είχε ήδη υψώσει το σπαθί |
|
ἐπ’ Ἀλέξανδρον ὄπισθεν, |
από πίσω εναντίον του Αλέξανδρου, |
|
ὑποφθάσας δέ αὐτὸν Κλεῖτος ὁ Δρωπίδου |
αλλά ο Κλείτος, ο γιος του Δρωπίδη, τον πρόφτασε |
|
παίει κατὰ τοῦ ὤμου καὶ ἀποκόπτει τὸν ὦμον τοῦ Σπιθριδάτου |
και τον χτυπά στον ώμο και του κόβει τον ώμο |
|
ξὺν τῇ κοπίδι· |
μαζί με το σπαθί· |
|
καὶ ἐν τούτῳ ἐπεκβαίνοντες κατὰ τὸν ποταμόν ἀεί |
στο μεταξύ, όσοι ιππείς προχωρούσαν έξω από το ποτάμι
συνεπαίρνονταν συνεχώς |
|
τῶν ἱππέων ὅσοις προὐχώρει |
όσοι ιππείς μπορούσαν να προχωρούν |
|
προσεγίγνοντο τοῖς ἀμφ’ Ἀλέξανδρον. |
ενώνονταν με αυτούς που ήταν γύρω από τον Αλέξανδρο. |
