Μια τιμητική εξορία
|
Οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ὅσοι φεύγουσιν ἀδίκως, |
Όλοι οι άλλοι όσοι εξορίζονται άδικα, |
|
ἤ δέονται τῶν πολιτῶν ὅπως ἐπανέλθωσιν |
ή εκλιπαρούν τους πολίτες να επιστρέψουν |
|
ἤ διαμαρτόντες τούτου |
ή αν αποτύχουν σ’ αυτό |
|
λοϊδοροῦσι τὰς ἑαυτῶν πατρίδας, |
λοιδορούν τις πατρίδες τους, |
|
ὡς φαύλως αὐτοῖς προσφερομένας· |
επειδή κατά τη γνώμη τους τούς συμπεριφέρθηκαν άσχημα· |
|
ἐγὼ δὲ ἐπείπερ ἅπαξ ἠτύχησα |
εγώ όμως, επειδή ακριβώς μια φορά ατύχησα |
|
ἀναξίως ὧν ἐπολιτευσάμην, |
κατά τρόπο ανάξιο προς όσα έκανα ως πολίτης, |
|
καὶ κατηγορῶν ἄλλονα αὐτὸς ἑάλων, |
κι ενώ κατηγορούσα άλλους, καταδικάστηκα ο ίδιος, |
|
ἄχθομαι μὲν, ὥσπερ εἰκός ἐστιν, |
στενοχωριέμαι, βέβαια, όπως είναι φυσικό, |
|
ἀγανακτῶ δὲ οὐδέν. |
όμως καθόλου δεν αγανακτώ. |
|
Οὐ γὰρ οὕτως ἔγωγε ἠλίθιος εἰμι ὥστε, |
Γιατί εγώ βέβαια δεν είμαι τόσο ηλίθιος ώστε, |
|
ἐξ ἧς πόλεως Θεμιστοκλῆς ἐξηλάθη |
από την πόλη από την οποία εξορίστηκε ο Θεμιστοκλής |
|
ὁ τὴν Ἑλλάδα ἐλευθερώσας, |
ο ελευθερωτής της Ελλάδας, |
|
καὶ ὅπου Μιλτιάδης, γέρων ὤν |
και στην οποία ο Μιλτιάδης, που ενώ ήταν γέρος |
|
ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἀπέθανε, |
πέθανε στο δεσμωτήριο, |
|
ὅτι μικρὸν ὤφειλε τῷ δημοσίῳ |
γιατί χρωστούσε μικρό ποσό στην πολιτεία |
|
ταύτῃ τῇ πόλει Αἰσχίνην τὸν Ἀτρομήτου |
μ’ αυτήν την πόλη ο Αισχίνης του Ατρομήτου |
|
φεύγοντα ἀγανακτεῖν ἴεσθαι δεῖν, |
να θεωρεί ότι πρέπει να αγανακτεί επειδή είναι εξόριστος, |
|
εἴ τι τῶν ἐν Ἀθήναις ἐπαθὼν ἔπαθεν. |
γιατί έπαθε κάτι από αυτά που είναι συνηθισμένα στην Αθήνα. |
|
Ἀλλ’ ἔγωγε καὶ λαμπρὸν εἰκότως μοι νομίσαι μ’ ἄναυτὸ γενέσθαι, |
Αλλά εγώ τουλάχιστον θα μπορούσα να θεωρήσω εύλογα ακόμα και λαμπρό αυτό που μου συνέβη, |
|
τὸ μετ’ ἐκείνων ἐν ἀδοξίᾳ παρὰ τοῖς ἔπειτα ἀνθρώποις |
το ότι έχω πέσει στην αφάνεια για τις μελλοντικές γενιές μαζί με εκείνους |
|
καὶ ἄξιος τοῦ ὅμοια παθεῖν ἐκείνοις γεγονέναι. |
και έχω αξιωθεί να πάθω τα ίδια με εκείνους. |
Γ. Σύνταξη

Οι επιρρηματικές δευτερεύουσες προτάσεις λειτουργούν ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί (δηλαδή, δηλώνουν αιτία, χρόνο, σκοπό κ.ά.) της εξάρτησής τους.
1. Αιτιολογικές
Εξαρτώνται κυρίως από ρήματα ψυχικού πάθους (δηλαδή, ρήματα που δηλώνουν χαρά, λύπη, έκπληξη, θυμό κ.ά.), αλλά και από κάθε άλλο ρήμα που χρειάζεται αιτιολόγηση.
Εισάγονται κυρίως με τους αιτιολογικούς συνδέσμους ὅτι (αντικειμενική αιτιολογία), ὡς (υποκειμενική αιτιολογία), ἐπεί, ἐπειδή, διότι και εἰ (υποθετική αιτιολογία).
π.χ. Ἀθηναῖοι ἐνόμιζον ἡττᾶσθαι, ὅτι (= επειδή πράγματι) οὐ πολὺ ἐνίκων.
Θαυμάζω σε ἐνταῖς συμφοραῖς, ὡς (= επειδή κατά τη γνώμη μου) ῥᾳδίως αὐτὰς καὶ πρᾴως φέρεις.
ὮΚῦρε, μὴ θαύμαζε εἴ (= στην περίπτωση που) τινεςἐσκυθρώπασαν (= κατσούφιασαν) ἀκούσαντεςτῶνἀγγελλομένων.
Εκφέρονται με οριστική, δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική και με ευκτική του πλαγίου λόγου (συνήθως όταν εξαρτώνται από ρήμα ιστορικού χρόνου).
π.χ. Ἄξιον Ἡρακλέους μεμνῆσθαι καὶ ὅτι τον δετὸν ἀγῶνα πρῶτος συνήγειρε (= διοργάνωσε) δι’ εὔνοιαντῆςἙλλάδος (οριστική, πραγματικό περιεχόμενο).
Λακεδαιμόνιοι ἄκοντας (= παρά τη θέλησή τους) προσάγουσιτοὺςπολλοὺςἐςτὸνκίνδυνον, ἐπεὶ οὐκἄνποτεἐπεχείρησαν (= ποτέ δε θα επιχειρούσαν) ναυμαχεῖνἑκόντες (δυν. οριστική, αντίθετο του πραγματικού).
Δέομαί σου παραμεῖναι, ὡς ἐγὼ οὐδ’ ἂνἑνὸς ἥδιον (= με μεγαλύτερη ευχαρίστηση) ἀκούσαιμιἢσοῦ (δυν. ευκτική, περιεχόμενο δυνατό στο παρόν και στο μέλλον).
Οἱ Ἀθηναῖοι τὸν Περικλέα ἐκάκιζον, ὅτι οὐκ ἐπεξάγοι (= δεν εκστράτευε) ἐπὶ τοὺς πολεμίους (ευκτική πλαγίου λόγου, εξάρτηση από ιστορικό χρόνο).
Λειτουργούν συντακτικά ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί της αιτίας στην πρόταση εξάρτησής τους.
2. Τελικές
Εξαρτώνται κυρίως από ρήματα κίνησης (π.χ. ἔρχομαι, φεύγω, πορεύομαι) ή σκόπιμης ενέργειας (π.χ. πράττω).
Εισάγονται με τους τελικούς συνδέσμους ἵνα, ὅπως, ὡς.
Εκφέρονται με υποτακτική (κυρίως), οριστική ιστορικού χρόνου και με ευκτική του πλαγίου λόγου (συνήθως όταν εξαρτώνται από ρήμα ιστορικού χρόνου).
π.χ. Βασιλεὺς αἱρεῖται, οὐχἵ να ἑαυτοῦ καλῶς ἐπιμελῆται, ἀλλ’ ἵνα καὶ οἱ ἑλόμενοι δι’ αὐτὸν εὖπράττωσιν (υποτακτική, προσδοκώμενο περιεχόμενο).
Ἔδειτὰ ἐν έχυρα τότε λαβεῖν, ὡς, μηδ’ εἰ ἐβούλετο (= ακόμα και αν ήθελε), ἐδύνατο ἐξαπατᾶν (οριστική ιστορικού χρόνου, σκοπός που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε).
Καμβύσης τὸν Κῦρον ἐπεκάλει (= ανακάλεσε), ὅπως τὰ ἐν Πέρσαις ἐπιχώρια ἐπιτελοίη (= για να αναλάβει τις τοπικές υποθέσεις των Περσών), (ευκτική πλαγίου λόγου, εξάρτηση από ιστορικό χρόνο).
Λειτουργούν συντακτικά ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του σκοπού στην πρόταση εξάρτησής τους.
3. Συμπερασματικές
Δεν εξαρτώνται από συγκεκριμένα ρήματα· συνήθως προηγείται στην εξάρτηση δεικτική αντωνυμία ή δεικτικό επίρρημα (τοιοῦτος, τοσοῦτος, οὕτως κ.ά.).
Εισάγονται με τους συμπερασματικούς συνδέσμους ὥστε και ὡς.
Εκφέρονται με οριστική, δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική και απαρέμφατο.
π.χ. Τὴν αὑτῶν δύναμιν το σαύτην ἐπέδειξαν, ὥσθ’ ὁ μέγας βασιλεὺς οὐκ έτι τῶν ἀλλοτρίων ἐπεθύμει, ἀλλ’ ἐδίδου τῶν ἑαυτοῦ καὶ περὶτῶν λοιπῶνἐφοβεῖτο (οριστική, πραγματικό περιεχόμενο).
Εὐθὺς ἡ Ἀριάδνη ἀκούσασατοιοῦτόν τι ἐποίησεν ὡς πᾶς ἂνἔ γνω (= θα μπορούσε να καταλάβει) ὅτιἀσμένη (= με ευχαρίστηση) ἤκουσε (δυν. οριστική, περιεχόμενο δυνατό στο παρελθόν).
Τῆς δὲ πεζῆς στρατιᾶς οὕτω ςἄπειρον τὸ πλῆθος ἦγεν, ὥστε καὶ τὰ ἔθνητὰ μετ’ αὐτοῦ ἀκολουθήσαν τα πολὺ ἂνἔργον καταλέξαι (= θα ήταν πολύ δύσκολο να τα αναφέρω αναλυτικά), (δυν. ευκτική, περιεχόμενο δυνατό στο παρόν και στο μέλλον).
Ἔχω τριήρεις, ὥστε ἑλεῖν τὸ ἐκείνων πλοῖον (απαρέμφατο, περιεχόμενο δυνατό ή ενδεχόμενο· με απαρέμφατο εκφέρονται επίσης οι συμπερασματικές προτάσεις που δηλώνουν επιδιωκόμενο σκοπό και όρο ή συμφωνία).
Λειτουργούν συντακτικά ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του αποτελέσματος στην πρόταση εξάρτησής τους.
4. Εναντιωματικές-παραχωρητικές
Εκφράζουν εναντίωση προς το περιεχόμενο της πρότασης που προσδιορίζουν (συχνά προηγούνται στην εξάρτηση οι αντιθετικοί σύνδεσμοι ἀλλά, ἀλλ’ οὖν, ὅμως). Οι εναντιωματικές προτάσεις δηλώνουν αντίθεση προς κατάσταση πραγματική (που όντως ισχύει), ενώ οι παραχωρητικές προς κατάσταση που κάνουμε την παραχώρηση να δεχθούμε ότι ισχύει.
Εισάγονται με τους εναντιωματικούς συνδέσμους εἰκαί, ἂνκαί (= αν και, εναντιωματικές), καὶεἰ, καὶἄν (ἤν, ἐάν), οὐδ’ εἰ, οὐδ’ ἐάν (ἄν ), μηδ’ εἰ, μηδ’ ἐάν (= και αν ακόμη, παραχωρητικές).
Εκφέρονται με οριστική, υποτακτική και ευκτική κατά τα πρότυπα των υποθετικών προτάσεων που θα εξετάσουμε στην επόμενη Ενότητα.
π.χ. Φήσουσιγὰρδή με σοφὸνεἶναι, εἰκαὶμήεἰμι (οριστική, πραγματικό περιεχόμενο).
Καί μοι, ὦἄνδρεςἈθηναῖοι, μὴθορυβήσητε, μηδ’ ἐὰνδόξω τι ὑμῖν μέγα λέγειν (υποτακτική, περιεχόμενο προσδοκώμενο).
Λειτουργούν συντακτικά ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί της εναντίωσης στην πρόταση εξάρτησής τους.
Ασκήσεις
- Στο κείμενο της Ενότητας να εντοπίσετε τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις των ειδών που διδαχθήκατε, να χαρακτηρίσετε το είδος τους και να βρείτε τη συντακτική θέση τους.
- Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε το είδος των επιρρηματικών δευτερευουσών προτάσεων:
- Κἂν σ ὺμὴ θέλῃς, οἱ θεοὶοὕτω βουλήσονται.
- Ἐνταῦθα ἐπιπίπτει χιὼν ἄπλετος, ὥστε ἀπέκρυψε καὶ τὰὅπλα καὶ τοὺςἀνθρώπους.
- Κῦρος ἐνόμιζε φίλων δεῖσθαι, ὡς συνεργοὺςἔ χοι.
- Χαίρω ὅτι εὐδοκιμεῖς.
- Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε από συντακτική άποψη τις δευτερεύουσες επιρρηματικές αιτιολογικές προτάσεις:
- Οἱ στρατηγοὶ ἐθαύμαζον ὅτι Κῦρος οὐ φαίνοιτο.
- Μὴ θαυμάζετέ μου, ὅτι χαλεπῶς φέρω (= στενοχωριέμαι) τοῖς παροῦσιπράγμασιν.
- Ἴσως οὖν τις ἂν ἐπιτιμήσειέ μοι (= θα με κατηγορούσε), ὡς οὐκ ἐπαινῶ τους δετοὺς ἄνδρας.
- Ἐγὼ συμβουλεύσαιμι ἂν πρὸς Κλέαρχονἀπελθεῖν, ἐπεὶ οὐδένα ἂνεὕροιμεν στρατηγὸν βελτίω.
- Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε από συντακτική άποψη τις δευτερεύουσες επιρρηματικές τελικές προτάσεις:
- Μὴ μέλλωμεν (= ας μη χρονοτριβούμε), ἵνα μὴ ὁ καιρὸς παρέλθῃ.
- Θράσυλλος Ἀθήνας ἔπλευσεν, ἵνα αἰτήσειε (= για να ζητήσει) ναῦς.
- Περὶ ολλοῦ ἂνἐποιησάμην (= θα θεωρούσα πολύ σημαντικό) ἐπιστεῖλαί σοι ταῦτα (= να σου είχα δώσει αυτές τις οδηγίες) πρὸ τῆς στρατείας, ἵνα μὴτ οιούτῳ κινδύνῳ περιέπεσες.
- Σόλων ἀπεδήμησεν, ἵναμήτινατῶν νόμων οἱἈθηναῖοιλύσαιεν.
- Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε από συντακτική άποψη τις δευτερεύουσες επιρρηματικές συμπερασματικές προτάσεις:
- Τὴν ἀλήθειαν οὕτω φαίνου προτιμῶν, ὥστε πιστοτέρους εἶναι τοὺς σοὺς λόγους μᾶλλον ἢτοὺς σοὺς ὅρκους.
- Οἱ τριάκοντα πᾶν ἐποίησαν, ὥστε μὴ δοῦναι δίκην (= να μην τιμωρηθούν).
- Ὅπλα κατεσκεύαζον, ὥστε τὴν πόλιν ἂνἡγήσω (= θα μπορούσες να θεωρήσεις) πολέμου ἐργαστήριον εἶναι.
- Τοιαῦταπεποίηκεν, ὥστεπολὺἂνδικαιότερονδιὰταῦτατὰἔργατοῦτονμισήσαιτε.
- Στις παρακάτω περιόδους να χωρίσετε τις προτάσεις και να αναγνωρίσετε από συντακτική άποψη τις δευτερεύουσες επιρρηματικές εναντιωματικές-παραχωρητικές προτάσεις:
- Εἰρήσεται (= θα ειπωθεί) τἀ ληθές, εἰκαίτι σιδόξω λίαν παράδοξα λέγειν.
- Εἰ καὶ χρημάτων εὐποροῦμεν, οὐκ εὐτυχοῦμεν.
- Ἐὰν καὶ μὴ βούλωνται, πάντες αἰσχύνονται μὴ πράττειν τὰ δίκαια.
- Γελᾷ ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γελοῖον ᾖ .
- Οὐδ’ εἴ με ἐκέλευες ταῦτα ποιεῖν, ἡδέως ἂν ταῦτα ἐποίουν.
- Οὐδ’ εἰ πάνυ ἀγαθοὶεἴ ητε, τῷ λιμῷ μάχεσθαι δύναισθε ἄν.
