Το δοκίμιο είναι ένα γραμματειακό είδος του πεζού λόγου, που σχετίζεται άμεσα με την πειθώ και έχει βασικές ομοιότητες με τη λογοτεχνία, όσον αφορά την επιδίωξη αισθητικής τέρψης του αναγνώστη, με τον επιστημονικό λόγο όσον αφορά τη θεματολογία και με τον ρητορικό λόγο όσον αφορά τους επιδιωκόμενους στόχους. Το δοκίμιο έχει μέση έκταση, ποικιλία θεμάτων και στόχο να τέρψει, να πληροφορήσει, να διδάξει και ενδεχομένως να πείσει τον αναγνώστη.
Ο πρώτος στόχος συνδέει το δοκίμιο με τη λογοτεχνία, ενώ όλοι οι υπόλοιποι με τα διδακτικά είδη (άρθρο, πραγματεία κλπ). Συνεπώς τα όρια του δοκιμίου είναι ρευστά και άλλοτε προσεγγίζει τη λογοτεχνία και άλλοτε την επιστήμη ή τη φιλοσοφία.
Τα δοκίμια διακρίνονται σε στοχαστικά (δοκίμια στοχασμού) και αποδεικτικά (δοκίμια πειθούς) με βασικό κριτήριο τη σκοπιά εξέτασης του θέματος (αντικειμενική ή υποκειμενική). Τα πρώτα έχουν σχέση με τα λογοτεχνικά είδη καθώς πραγματεύονται υποκειμενικά και ελεύθερα τα θέματά τους και στοχεύουν στην έκφραση υποκειμενικών απόψεων, ενώ τα δεύτερα γειτνιάζουν με τα μη λογοτεχνικά είδη καθώς εξετάζουν αντικειμενικά τα θέματά τους και στοχεύουν στην πληροφόρηση και την πειθώ. Το ύφος του δοκιμίου μπορεί να είναι άλλοτε σοβαρό ή φιλοσοφικό και άλλοτε σατιρικό και χιουμοριστικό ανάλογα με το σκοπό του δοκιμιογράφου (πληροφόρηση, τέρψη, πειθώ).
|
Αποδεικτικό Δοκίμιο |
Στοχαστικό Δοκίμιο |
|
|
1.σκοπός συγγραφέα |
Πληροφόρηση, ερμηνεία και
απόδειξη ενός θέματος |
Ελεύθερος στοχασμός πάνω στο
θέμα, περιδιαβαίνει στο χώρο των ιδεών για ανάπτυξη προβληματισμού και
αισθητικής συγκίνησης |
|
2. οργάνωση-δομή |
Λογική καταγραφή των σκέψεων με
αρχή-μέση και τέλος |
Συνειρμική καταγραφή των
σκέψεων. Μετάβαση από το ένα θέμα στο άλλο |
|
3. τρόποι πειθούς |
Αποδεικτικοί τρόποι: επίκληση
στη λογική & επίκλησηστην αυθεντία |
Επίκληση στο συναίσθημα |
|
4. γλώσσα |
Αναφορική, κυριολεκτική
λειτουργία της γλώσσας, δηλωτική χρήση των λέξεων |
Ποιητική, μεταφορική λειτουργία
της γλώσσας, συνυποδηλωτική χρήση των λέξεων |
|
5. ύφος |
Αντικειμενικό, απρόσωπο,
επίσημο |
Υποκειμενικό, προσωπικό, οικείο |